Η Τουρκία, από την ίδρυσή της ως εθνικό κράτος το 1923, ζει με έναν βαθύ, διαρκή και σχεδόν υπαρξιακό φόβο: τη διάλυση. Δεν είναι απλώς μια πολιτική ανησυχία ή μια στρατηγική ανησυχία – είναι ο πυρήνας της εθνικής της ταυτότητας, ο εφιάλτης που διαπερνά κάθε απόφαση, κάθε ομιλία ηγετών, κάθε στρατιωτική κίνηση και κάθε εσωτερική πολιτική.
Ο φόβος αυτός έχει ιστορικές ρίζες. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε μέσα σε λίγα χρόνια, με εκατομμύρια ανθρώπους να χάνονται, εδάφη να κόβονται, πληθυσμούς να εκτοπίζονται και την ίδια την ύπαρξη ενός «τουρκικού έθνους» να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ έχτισε τη σύγχρονη Τουρκία πάνω σε δύο πυλώνες: την απόλυτη κεντρική εξουσία και τον φόβο της περαιτέρω αποσύνθεσης. Κάθε τι που μύριζε «ξεχωριστή ταυτότητα» – Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι, Αλεβίτες, θρησκευτικές μειονότητες, ακόμα και διαφορετικές ερμηνείες του ισλάμ – θεωρήθηκε απειλή για την ενότητα του κράτους.
Αυτός ο φόβος δεν έσβησε ποτέ. Αντιθέτως, μεγάλωσε. Σήμερα εκφράζεται με δύο τρόπους:
- Εσωτερικά: Με την καταστολή κάθε φωνής που ζητά αυτονομία, πολιτιστική αναγνώριση ή αποκέντρωση. Η κουρδική ταυτότητα, η αλεβιτική κοινότητα, ακόμα και οι φιλελεύθεροι που ζητούν περισσότερη δημοκρατία, αντιμετωπίζονται ως «διαλυτικοί παράγοντες».
- Εξωτερικά: Με την υπερβολική ευαισθησία σε κάθε τι που μπορεί να θεωρηθεί «αποδυνάμωση» της Τουρκίας. Η απλή συζήτηση για 12 μίλια στην Ελλάδα, η παρουσία ξένων δυνάμεων στην Κύπρο, η στρατιωτική ενίσχυση της Ελλάδας, ακόμα και η ύπαρξη ενός ισχυρού Κουρδικού στοιχείου στη Συρία ή το Ιράκ, ερμηνεύονται ως βήματα προς τη διάλυση.
Ο Ερντογάν δεν είναι εξαίρεση – είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκφραστής αυτού του φόβου. Κάθε κίνηση του – από την εισβολή στη Συρία, μέχρι τις απειλές στο Αιγαίο, μέχρι την πολιτική καταστολή στο εσωτερικό – πηγάζει από την ίδια εμμονή: «Αν δεν είμαστε εμείς ισχυροί και ανενδοίαστοι, θα μας διαλύσουν».
Η Τουρκία δεν φοβάται τόσο την Ελλάδα, την Κύπρο ή την Αρμενία από μόνες τους. Φοβάται ότι αν δείξει έστω και μια ρωγμή, αν αφήσει έστω και μια μειονότητα να αναπνεύσει ελεύθερα, αν χάσει έστω και ένα κομμάτι ελέγχου, τότε η ρωγμή θα γίνει σχίσιμο, το σχίσιμο θα γίνει διάσπαση και η διάσπαση θα γίνει διάλυση – όπως συνέβη το 1918-1923.
Γι’ αυτό και η κάθε κίνηση της Άγκυρας είναι υπερβολική, η κάθε απειλή είναι δραματική, η κάθε διαπραγμάτευση είναι εκβιαστική. Δεν είναι υπεροψία. Είναι πανικός. Ο μόνιμος, βαθύς, υπαρξιακός φόβος ενός κράτους που γεννήθηκε μέσα από στάχτες και ξέρει ότι οι στάχτες μπορεί να επιστρέψουν.
Και όσο αυτός ο φόβος κυριαρχεί, η Τουρκία δεν θα ηρεμήσει ποτέ. Θα συνεχίζει να βλέπει εχθρούς παντού, να απειλεί, να εισβάλλει, να πιέζει – γιατί στο βάθος του μυαλού της, η διάλυση δεν είναι μια πιθανότητα. Είναι ο εφιάλτης που ζει κάθε μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου