Αλλά... υπήρχαν κάποια "αλλά" στην ειδυλλιακή αυτή εικόνα ...
γράφει ο Πύρινος Λόγιος
Γυναίκες με μίνι φούστες, τζιν, κοντά μπλουζάκια και μακριά μαλλιά περπατούσαν ελεύθερα στους δρόμους, φοιτητές στα πανεπιστήμια, οικογένειες σε πικνίκ, νέοι σε καφετέριες και παραλίες... Ήταν κάποτε η Περσία, η χλιδάτη εκδυτικοποιημένη Περσία των Σάχηδων και σύμμαχος των ΗΠΑ!
Ήταν μια εποχή που η Τεχεράνη έλαμπε σαν πολύτιμο διαμάντι στην καρδιά της Ανατολής. Μια πόλη όπου οι ευρείες λεωφόροι, εμπνευσμένες από τα παρισινά βουλεβάρτα, γέμιζαν με τον ήχο των τακουνιών και τα γέλια νεαρών γυναικών με μίνι φούστες και μακριά, ελεύθερα μαλλιά.
Μια πόλη όπου το άρωμα του πετρελαίου ανακατευόταν με εκείνο του γαλλικού αρώματος, όπου οι νυχτερινοί δρόμοι έσφύζαν από rock ’n’ roll, φώτα νέον και την υπόσχεση ενός σύγχρονου ονείρου.
Εκεί, κάτω από τον χιονισμένο όγκο των βουνών Αλμπόρζ, η Περσία του Σάχη προσπαθούσε να γεννήσει μια νέα ταυτότητα. Κοσμοπολίτικη, φωτεινή και φιλόδοξη. Δεν ήταν απλώς εκσυγχρονισμός, αλλά μια τολμηρή, σχεδόν επαναστατική απόπειρα να γίνει το Ιράν η Ιαπωνία της Μέσης Ανατολής, μιά γέφυρα ανάμεσα στην αρχαία δόξα των Αχαιμενιδών και τον λαμπερό κόσμο της Δύσης.
Στο κέντρο αυτού του ονείρου στεκόταν μια γυναίκα με μεγάλα, θλιμμένα μάτια που έκρυβαν ολόκληρη την ποίηση και την τραγωδία της εποχής: Η Σοράγια Εσφαντιάρι-Μπαχτιαρί, η «πριγκίπισσα με τα θλιμμένα μάτια», σύμβολο ομορφιάς, κομψότητας και της εύθραυστης γοητείας ενός κόσμου που γεννιόταν και χανόταν ταυτόχρονα... Αυτή είναι η ιστορία της Περσίας του Σάχη. Μια Ιστορία φιλοδοξίας και πετρελαίου, Δυτικής επιρροής και περσικής υπερηφάνειας, λαμπερών νυχτών και σκοτεινών σκιών. Μια ιστορία που ξεκίνησε με όνειρα μεγαλειώδη και κατέληξε σε μια από τις πιο απότομες και δραματικές ανατροπές του 20ού αιώνα.
Μια ιστορία που, ακόμα και σήμερα, όταν κοιτάμε τις παλιές φωτογραφίες, μοιάζει με σκηνές από έναν χαμένο παράδεισο ή από ένα παράδεισο που ποτέ δεν πρόλαβε να ριζώσει...
Η Περσία του Σάχη και η κοσμοπολίτικη Τεχεράνη της Σοράγια
Η κοσμοπολίτικη Τεχεράνη πριν την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν ένα ζωντανό, παλλόμενο σύμβολο ενός ριζικού μετασχηματισμού, ενός φιλόδοξου πειράματος εκδυτικοποίησης που ξεκίνησε από την κορυφή της εξουσίας και διείσδυσε βαθιά στην καθημερινή ζωή της ιρανικής κοινωνίας.
Από μια παραδοσιακή, σχεδόν μεσαιωνική πρωτεύουσα της δυναστείας Κατζάρ στις αρχές του 20ού αιώνα – με λασπωμένους δρόμους, ψηλά τείχη, στενά σοκάκια και παζάρια που λειτουργούσαν με τους ρυθμούς του Ισλάμ και των τοπικών εθίμων – η Τεχεράνη μετατράπηκε σε μια σύγχρονη μητρόπολη με ευρείες ευρωπαϊκές λεωφόρους, ψηλά κτίρια Art Deco, νυχτερινά κέντρα γεμάτα φώτα νέον, κινηματογράφους που προέβαλλαν χολιγουντιανές ταινίες ταυτόχρονα με τις ΗΠΑ, και μια αναδυόμενη μεσαία τάξη που χόρευε rock ’n’ roll, έπινε ουίσκι σε ντισκοτέκ και φορούσε μίνι φούστες στους δρόμους.

Πολλοί την αποκαλούσαν «Περσική Παρίσι» ή «Παρίσι της Ανατολής», ένας χαρακτηρισμός που αντανακλούσε όχι μόνο την αισθητική της αλλά και την πνευματική της ατμόσφαιρα. Μια πόλη, όπου η προ-ισλαμική περσική υπερηφάνεια συναντούσε τον δυτικό μοντερνισμό, με την ευλογία του πετρελαίου και της δυτικής υποστήριξης.
Αυτή η μεταμόρφωση δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητής, συχνά αυταρχικής πολιτικής των δύο Σάχηδων της δυναστείας Παχλαβί – του Ρεζά Σαχ και του γιου του Μοχάμαντ Ρεζά Σαχ, με βαθιά εμπλοκή Δυτικών δυνάμεων (Βρετανία, ΗΠΑ), ξένων επενδύσεων και μιας ιρανικής ελίτ που είχε σπουδάσει στην Ευρώπη και την Αμερική.

Στο επίκεντρο αυτού του κόσμου βρισκόταν η Σοράγια Εσφαντιάρι-Μπαχτιαρί (φώτο αριστερά), η δεύτερη σύζυγος του Σάχη, μια γυναίκα με μισό γερμανικό αίμα, κοσμοπολίτικη ανατροφή και εικόνα που ενσάρκωνε το νέο Ιράν: Κομψή, μορφωμένη, φωτογραφημένη από τα μεγαλύτερα περιοδικά της εποχής, σύμβολο ομορφιάς και εκσυγχρονισμού. Η Σοράγια, με τα μεγάλα θλιμμένα μάτια της – που της χάρισαν το παρατσούκλι «η πριγκίπισσα με τα θλιμμένα μάτια» – έγινε η ζωντανή εικόνα της Τεχεράνης εκείνης της εποχής, μιας πόλης που προσπαθούσε να γίνει Δύση στην καρδιά της Ανατολής.
Οι ρίζες: Ο Ρεζά Σαχ και η γέννηση του σύγχρονου Ιράν (1921-1941)
Η ιστορία της κοσμοπολίτικης Τεχεράνης ξεκινά πραγματικά με τον Ρεζά Χαν, έναν πρώην αξιωματικό του Κοζάκων που ανέβηκε γρήγορα στην εξουσία. Το 1921, με πραξικόπημα, ανέτρεψε την αδύναμη και διεφθαρμένη δυναστεία Κατζάρ και το 1925, στέφθηκε Σάχης, ιδρύοντας τη δυναστεία Παχλαβί.
Το Ιράν εκείνη την εποχή ήταν μια χώρα σε αποσύνθεση. Οικονομικά εξαρτημένη από ξένες δυνάμεις (κυρίως Βρετανία μέσω της Anglo-Persian Oil Company), πολιτικά κατακερματισμένη από φυλές και τοπικούς άρχοντες, και κοινωνικά κυριαρχούμενη από το Ισλάμ και παραδοσιακές δομές.
Η Τεχεράνη, πρωτεύουσα από το 1786 επί Κατζάρ, ήταν μια πόλη με πληθυσμό γύρω στις 200.000 κατοίκους, τείχη, πύλες και ένα παζάρι που λειτουργούσε ως οικονομική και κοινωνική καρδιά, αλλά χωρίς σύγχρονες υποδομές.
Ο Ρεζά Σαχ δεν ήταν απλώς μεταρρυθμιστής. Ήταν ουσιαστικά ένας αυταρχικός πλήν μοντέρνος ηγέτης, εμπνευσμένος από τον Κεμάλ Ατατούρκ της Τουρκίας και τις ευρωπαϊκές εμπειρίες του.
Το όραμά του ήταν να μετατρέψει το Ιράν σε ένα κοσμικό, κεντρικά ελεγχόμενο κράτος που θα αναβίωνε την αρχαία περσική δόξα των Αχαιμενιδών και Σασσανιδών, ενώ θα «ξεφορτωνόταν» την ισλαμική επιρροή από την καθημερινή ζωή.
Η Τεχεράνη έγινε το κύριο εργαστήριο αυτού του οράματος.
Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του ήταν ο Υπερ-Ιρανικός Σιδηρόδρομος (Trans-Iranian Railway), που ξεκίνησε το 1927 και ολοκληρώθηκε το 1938. Αυτό το τεράστιο έργο, μήκους περίπου 1.400 χιλιομέτρων, συνέδεε τον Περσικό Κόλπο με την Κασπία Θάλασσα, περνώντας μέσα από ορεινά εδάφη και την Τεχεράνη.
Χρηματοδοτήθηκε κυρίως από εσωτερικούς φόρους και συμβολικά εκπροσωπούσε την ανεξαρτησία του Ιράν. Ταυτόχρονα, ο Ρεζά Σαχ προχώρησε σε ριζικές μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση (ίδρυση Πανεπιστημίου Τεχεράνης το 1934), στο Δίκαιο (οικογενειακό-αστικό), στον στρατό και στην αρχιτεκτονική, ανοίγοντας ευρείες λεωφόρους στο πρότυπο των Παρισινών βουλεβάρτων (boulevard) και χτίζοντας μοντέρνα κτίρια με γραμμές Art Deco και μοντερνισμό. Απαγόρευσε το παραδοσιακό ένδυμα και το τσάντορ σε δημόσιους χώρους, επιβάλλοντας μια πρώτη μεγάλη «εκδυτικοποίηση» από πάνω.
Ο Μοχάμαντ Ρεζά Σαχ, η «Λευκή Επανάσταση» και η άνθιση της Τεχεράνης (1953-1979)
Ο Μοχάμαντ Ρεζά Σαχ πήρε το όραμα του πατέρα του και το μετέτρεψε σε μια ραγδαία, πετρελαιοκίνητη εκσυγχρονιστική πορεία, ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα του 1953 με υποστήριξη CIA και MI6 (αγγλοσαξωνική).
Το 1963 ξεκίνησε η «Λευκή Επανάσταση», με αγροτική μεταρρύθμιση, δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, εκπαίδευση και βιομηχανικοποίηση. Το πετρέλαιο πλημμύρισε τη χώρα με δολάρια και η Τεχεράνη εκρήγνυται! Ο πληθυσμός της εκτοξεύτηκε στα 5 εκατομμύρια, χτίστηκαν ουρανοξύστες, αυτοκινητόδρομοι, ξενοδοχεία πέντε αστέρων και σύγχρονα εμπορικά κέντρα.

Στα βόρεια προάστια (Shemiran, Darband), η ελίτ και οι ξένοι ζούσαν σαν σε δυτική αποικία, ενώ οι γυναίκες της πόλης υιοθετούσαν μίνι φούστες, τζιν και δυτική μόδα. Νυχτερινά κέντρα, ντισκοτέκ, χολιγουντιανοί κινηματογράφοι και καφετέριες έκαναν την Τεχεράνη να μοιάζει με Λος Άντζελες ή Παρίσι.
Η Λευκή Επανάσταση ή αλλιώς η «Επανάσταση του Σάχη και του Λαού» αποτέλεσε το πιο φιλόδοξο και ριζοσπαστικό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού στην ιστορία του Ιράν κατά τον 20ό αιώνα. Ξκίνησε στις 26 Ιανουαρίου 1963, με ένα δημοψήφισμα που το ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία ο περσικός λαός, αν και η φιλομουσουλμανική αντιπολίτευση το χαρακτήρισε στημένο και το μποϊκοτάρισε.
Το πρόγραμμα αυτό συνεχίστηκε μέχρι την πτώση του Σάχη το 1979 και στόχευε να μετατρέψει το Ιράν από μια ημι-φεουδαρχική, αγροτική κοινωνία σε μια σύγχρονη, βιομηχανική και δυτικοποιημένη δύναμη – χωρίς όμως «κόκκινη» (κομμουνιστική) επανάσταση από τα κάτω.
Ο Σάχης την ονόμασε «Λευκή» ακριβώς για να τονίσει τον ειρηνικό, μη αιματηρό χαρακτήρα της, σε αντίθεση με τις επαναστάσεις που γνώριζε ο κόσμος εκείνη την εποχή.
Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν μια «επανάσταση από πάνω», δηλαδή μια αυταρχική, κεντρικά σχεδιασμένη και χρηματοδοτούμενη κυρίως από τα έσοδα του πετρελαίου και με ισχυρή αμερικανική επιρροή (ιδίως την εποχή της προεδρίας του Τζών Κένεντι, που πίεζε για μεταρρυθμίσεις στον Τρίτο Κόσμο).
Οι βασικοί πυλώνες της Λευκής Επανάστασης
Το αρχικό πρόγραμμα είχε έξι σημεία, που αργότερα επεκτάθηκαν σε δεκαοκτώ:
Αγροτική μεταρρύθμιση (Land Reform): Η καρδιά του προγράμματος. Οι μεγαλογαιοκτήμονες (συμπεριλαμβανομένων πολλών θρησκευτικών ιδρυμάτων – vaqf) αναγκάστηκαν να πουλήσουν μεγάλες εκτάσεις γης στο κράτος, που στη συνέχεια τις αναδιένειμε σε μικροκαλλιεργητές. Περίπου 2,5 εκατομμύρια οικογένειες έγιναν ιδιοκτήτες γης. Οι πρώην γαιοκτήμονες αποζημιώθηκαν με μετοχές κρατικών βιομηχανιών. Στόχος ήταν η εξάλειψη της φεουδαρχίας και η ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Εθνικοποίηση δασών και βοσκοτόπων: Το κράτος ανέλαβε τον έλεγχο φυσικών πόρων για καλύτερη διαχείριση και ανάπτυξη.
Συμμετοχή των εργατών στα κέρδη: Οι εργάτες σε εργοστάσια έπαιρναν μερίδιο από τα κέρδη, ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και για να μειωθούν οι ταξικές εντάσεις.
Πώληση κρατικών επιχειρήσεων: Μέρος των κρατικών εργοστασίων πουλήθηκε σε ιδιώτες για να χρηματοδοτηθούν οι μεταρρυθμίσεις.
Δικαίωμα ψήφου και πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες: Οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου, να εκλέγονται και να υπηρετούν ως δικαστές ή δικηγόροι. Το όριο ηλικίας γάμου ανέβηκε (στα 15-18 χρόνια ανάλογα με την περίοδο), ενώ βελτιώθηκαν τα δικαιώματα διαζυγίου και επιμέλειας παιδιών.
Σώμα Γραμματισμού (Literacy Corps): Νεαροί απόφοιτοι στρατεύονταν για να διδάξουν ανάγνωση και γραφή σε απομακρυσμένα χωριά. Αργότερα προστέθηκαν Σώμα Υγείας και Σώμα Ανοικοδόμησης. Αυτά τα προγράμματα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή και το Literacy Corps επέζησε ακόμα και μετά την Ισλαμική Επανάσταση.
Άλλα σημαντικά μέτρα περιλάμβαναν κατασκευή φραγμάτων, οδικού-σιδηροδρομικού δικτύου, έργα άρδευσης, εκστρατείες κατά ασθενειών (όπως η ελονοσία), βιομηχανική ανάπτυξη και μείωση της επιρροής των διαφόρων φυλών.
Το αποτέλεσμα; Μια απίστευτη οικονομική επιτυχία και παράλληλα ένας εντελώς καινούργιος κοινωνικός μετασχηματισμός. Και πιο αναλυτικά, η Λευκή Επανάσταση συνέπεσε με την έκρηξη των τιμών πετρελαίου (ιδίως μετά το 1973). Τότε το Ιράν γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη: Μέσος ετήσιος ρυθμός περίπου στα 9,8% με 10,5% μεταξύ 1959-1972. Το κατά κεφαλήν εισόδημα εκτοξεύτηκε, δημιουργήθηκε μια ισχυρή μεσαία τάξη (περίπου 700.000 μισθωτοί επαγγελματίες και 1 εκατομμύριο οικογένειες μικρών επιχειρηματιών), αυξήθηκε δραματικά η εγγραμματοσύνη (από 16% που ήταν πρίν στα 26% και σταδιακά έπιασε το 50% ή και περισσότερο), επεκτάθηκε η εκπαίδευση και η υγεία ιδίως στην ύπαιθρο και προωθήθηκε τα μάλα η βιομηχανία και οι υποδομές.
Τότε η Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις μεταμορφώθηκαν! Ουρανοξύστες, αυτοκινητόδρομοι, πανεπιστήμια, νυχτερινή ζωή και πάει λέγοντας. Οι γυναίκες της μεσαίας τάξης μπήκαν μαζικά στην αγορά εργασίας, στα πανεπιστήμια και στην πολιτική ζωή ενώ ταυτόχρονα, η κοινωνία απομακρύνθηκε από τον φεουδαλισμό και την παραδοσιακή δομή εξουσίας (γαιοκτήμονες και κλήρος (μουλάδες). Η μόδα γίνεται βιομηχανία! Διαφημίσεις στην τηλεόραση προβάλλουν ευρωπαϊκά ρούχα, παπούτσια και καλλυντικά. Πανεπιστήμια (Πανεπιστήμιο Τεχεράνης, Σαριφ) γεμίζουν με φοιτήτριες που σπουδάζουν ιατρική, νομική, μηχανική. Χιλιάδες νέοι στέλνονται με κρατικές υποτροφίες σε Ευρώπη και Αμερική και η πόλη γίνεται πολυπολιτισμική! Αρμένιοι, Εβραίοι, Αζέροι, αλλά και χιλιάδες Αμερικανοί τεχνικοί πετρελαίου, Γερμανοί μηχανικοί και Βρετανοί επιχειρηματίες ενώ στα πλούσια βόρεια προάστια, οι ξένοι συχνά ξεπερνούσαν τους Ιρανούς.
Αλλά... Βλέπετε, υπάρχει και ένα...αλλά!
Παρά τις επιτυχίες, η Λευκή Επανάσταση είχε και σοβαρά στραβοπατήματα:
Η αγροτική μεταρρύθμιση απέτυχε εν μέρει: Το κράτος δεν κατάφερε να δημιουργήσει επαρκές δίκτυο υποστήριξης (πίστωση, μηχανήματα, άρδευση, συνεταιρισμούς) με αποτέλεσμα πολλές νέες μικρές εκμεταλλεύσεις απέτυχαν, οδηγώντας σε μαζική μετανάστευση προς τις πόλεις (ιδίως στη Τεχεράνη). Αυτό δημιούργησε φτωχογειτονιές, ανεργία και διάλυση της παραδοσιακής οικογενειακής δομής.
Άνιση κατανομή οφελών: Τα οφέλη πήγαν κυρίως στην πόλη και την ελίτ. Ο πληθωρισμός (ιδίως τη δεκαετία του 1970), η διαφθορά και η σπατάλη σε μεγαλεπήβολα έργα και όπλα (ο Σάχης αγόραζε δισεκατομμύρια σε αμερικανικό εξοπλισμό) δημιούργησαν μια λαϊκή δυσαρέσκεια.
Πολιτική καταστολή: Διότι ουσιαστικά, δεν υπήρξε πραγματική δημοκρατία. Το SAVAK (μυστική αστυνομία) καταπίεζε αντιφρονούντες ενώ ο Σάχης ήθελε εκσυγχρονισμό χωρίς να χάσει εξουσία. Κάτι παρόμοιο έζησε και η Ελλάδα της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.
Πολιτισμική και θρησκευτική αντίδραση: Φυσικότατα, η πιο σφοδρή αντίθεση ήρθε από τον σιιτικό κλήρο των μουλάδων. Οι μεταρρυθμίσεις έπληξαν τα οικονομικά τους (γεωργικές εκτάσεις), την επιρροή τους στην εκπαίδευση και το Δίκαιο, και θεωρήθηκαν «δυτικοποίηση» και «αντι-ισλαμικές» (ιδίως το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες!). Ο δε Αγιατολάχ, ο γνωστός μας Ρουχολάχ Χομεϊνί έγινε ο κύριος εκπρόσωπος της αντίστασης. Το 1963, μετά το δημοψήφισμα, ξέσπασαν ταραχές (Ιούνιος 1963) που καταπνίγηκαν βίαια. Τότε ο Χομεϊνί εξορίστηκε στο Παρίσι, όπου βρήκε πολύ φιλικό άσυλο, αλλά η φήμη του μεγάλωσε σε επικίνδυνο βαθμό.
Άλλες ομάδες (παραδοσιακοί έμποροι του παζαριού – bazaaris, αριστεροί και λοιποί "θιγμένοι") έβλεπαν τις μεταρρυθμίσεις ως ξένο εισαγόμενο μοντέλο που αγνοούσε την ιρανική ταυτότητα και ενίσχυε την εξάρτηση από τη Δύση.
Οι πρωταγωνιστές της εκδυτικοποίησης
Οι Σάχηδες (η πάνω εξουσία): Ο Ρεζά Σαχ έθεσε τις βάσεις με αυταρχικό τρόπο. Ο γιος του Μοχάμαντ Ρεζά το πήγε στα άκρα: «Θέλω το Ιράν να γίνει η Ιαπωνία της Μέσης Ανατολής». Χρησιμοποίησε το SAVAK (μυστική αστυνομία) για να καταστείλει αντιφρονούντες, αλλά και το πετρέλαιο για να χρηματοδοτήσει την «Περσική Αυτοκρατορία».
Οι Δυτικές δυνάμεις (ΗΠΑ και Βρετανία): Μετά το 1953, οι ΗΠΑ γίνονται ο κύριος σύμμαχος. Εκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια, στρατιωτική εκπαίδευση και τεχνολογία. Αμερικανοί σύμβουλοι σχεδιάζουν μεταρρυθμίσεις. Η Βρετανία, μέσω της Anglo-Iranian Oil Company (αργότερα BP), είχε ήδη επιρροή από την εποχή του Ρεζά.
Η ιρανική ελίτ και η μεσαία τάξη: Δυτικοσπουδαγμένοι Ιρανοί (πολλοί από Γαλλία, Αγγλία, Αμερική) επιστρέφουν και γίνονται υπουργοί, επιχειρηματίες, καθηγητές. Η νεολαία υιοθετεί τη μόδα, τη μουσική και τον τρόπο ζωής από δορυφορική τηλεόραση και περιοδικά.
Το πετρέλαιο και η οικονομία: Το πετρέλαιο δεν ήταν απλώς χρήμα. Ήταν ο καταλύτης. Χωρίς αυτό, δεν θα υπήρχαν χρήματα για ουρανοξύστες, πανεπιστήμια και νυχτερινή ζωή (ντισκοτέκ, κλάμπ, κέντρα διασκέδασης κλπ).
Η Σοράγια: Το σύμβολο της νέας Τεχεράνης
Η Σοράγια Εσφαντιάρι-Μπαχτιαρί ενσάρκωνε όσο κανείς άλλος αυτό το όνειρο. Γεννημένη το 1932 στο Ισπαχάν από πατέρα καταγωγής Μπαχτιαρί (Bakhtiari, ένας κλάδος της φυλής των Φάρς - εξ ού και η γλώσσα Farsi - από την Περσία) και Γερμανίδα μητέρα, μεγάλωσε με ευρωπαϊκή ανατροφή στην Ελβετία και Γερμανία.

Παντρεύτηκε τον Σάχη το 1951 σε μια παραμυθένια τελετή, με νυφικό Dior γεμάτο διαμάντια, και έγινε βασίλισσα σε ηλικία 18 ετών. Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης βασιλείας της (1951-1958), η παρουσία της ενίσχυσε δραστικά την κοσμοπολίτικη εικόνα της Τεχεράνης.
Οι γυναίκες της ελίτ μιμούνταν το στυλ της, τα ευρωπαϊκά φορέματά της και τον ελεύθερο τρόπο ζωής της. Η πίεση για διάδοχο οδήγησε στο τραγικό διαζύγιο του 1958, αλλά η Σοράγια παρέμεινε «Βασιλική Πριγκίπισσα» και σύμβολο της χαμένης εποχής.
Μετά το διαζύγιο, η Σοράγια έζησε μια ζωή υψηλής κοινωνίας στην Ευρώπη, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε Ρώμη, Παρίσι και ελληνικά νησιά. Η σχέση της – φιλική και φημολογούμενη ερωτική – με τον Αριστοτέλη Ωνάση αποτέλεσε ένα από τα πιο λαμπερά κεφάλαια της μετα-διαζυγίου ζωής της και συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της κοσμοπολίτικης Μυκόνου.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές του 1960, η «θλιμμένη πριγκίπισσα», με την αριστοκρατική της χάρη και τα μεγάλα θλιμμένα μάτια της, βρέθηκε κοντά στον Έλληνα εφοπλιστή, έναν από τους πιο ισχυρούς άνδρες της εποχής. Μαζί με τον Ωνάση και το θρυλικό κότερό του «Χριστίνα», η Σοράγια επισκέπτόταν συχνά τη Μύκονο, ως το πιο ιδανικό νησί για να απομονώνεται μετά από προσωπικές δυσκολίες αλλά ταυτόχρονα μετατρέποντάς το νησί των Κυκλάδων σε προορισμό της διεθνούς jet set. Ουσιαστικά, ο Ωνάσης ήθελε να να μετατρέψει το νησί αυτό από απομονωνμένο σε κοσμοπολίτικο τουριστικό κέντρο και η Σοράγια, με την διεθνή της λάμψη, συνέβαλε τα μάλα. Η παρουσία της – με καφτάνια, κομψή εμφάνιση και αύρα βασιλικής μεγαλοπρέπειας – μαζί με την άφιξη άλλων διασημοτήτων όπως η Μαρία Κάλλας, ο Σταύρος Νιάρχος και αργότερα η Jackie Kennedy, έδωσε τεράστια ώθηση στο νησί.
Τα κότερα της διεθνούς ελίτ άρχισαν να πιάνουν θέση στις παραλίες του Super Paradise και του Ψαρού, ενώ αναπτύχθηκαν πολυτελή ξενοδοχεία, μπαρ και νυχτερινά κέντρα. Η Μύκονος λοιπόν, μεταμορφώθηκε από ήσυχο κυκλαδίτικο νησί σε «Παρίσι του Αιγαίου», όπου η περσική τραγωδία συναντούσε την ελληνική μεγαλοπρέπεια και η νύχτα γέμιζε με μουσική, σαμπάνια και ατελείωτα πάρτι κάτω από το κυκλαδίτικο φεγγάρι.
Αυτή η «βασιλική» επισκεψιμότητα λειτούργησε ως καταλύτης για τη μυθική, ανέμελη και πολυτελή Μύκονο που γνωρίζουμε σήμερα, συνδέοντας έτσι την κοσμοπολίτικη Τεχεράνη του Σάχη με την αναδυόμενη κοσμοπολίτικη Μεσόγειο.
Παρ' όλο που χώρισαν, ο Σάχης και η Σοράγια παρέμειναν σε επαφή μέχρι τον θάνατό του το 1980. Η Σοράγια δεν ξαναπαντρεύτηκε, δοκίμασε την υποκριτική και έζησε μια ζωή γεμάτη ταξίδια και μοναξιά, πεθαίνοντας τελικά στο Παρίσι το 2001.
Το σκοτεινό πρόσωπο και το απότομο τέλος
Η εκδυτικοποίηση όπως έγραψα πιο πάνω, ήταν βαθιά άνιση: Τα πλούσια βόρεια προάστια της Τεχεράνης έμοιαζαν με δυτική αποικία, ενώ η επαρχία και οι φτωχοί ένιωθαν ξένοι.
Η διαφθορά, η καταστολή από το SAVAK και η απόσταση από τις ισλαμικές ρίζες προκάλεσαν αντιδράσεις. Κι έτσι, φτάνουμε στο πικρό 1978-1979, όπου μαζικές διαδηλώσεις οδήγησαν στην Επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί.
Ο Σάχης διέφυγε τον Ιανουάριο του 1979 και η Τεχεράνη άλλαξε παντελώς εικόνα μέσα σε μόλις μερικούς μήνες και από πόλη των μίνι φουστών και των ντισκοτέκ, μετατράπηκε σε καρδιά της Ισλαμικής "Δημοκρατίας".
Σήμερα, οι φωτογραφίες από την Τεχεράνη της δεκαετίας του ’70 – γυναίκες με μίνι φούστες σε λεωφόρους, νέοι σε ντισκοτέκ, σύγχρονα κτίρια – μοιάζουν με σκηνές από άλλο πλανήτη. Κι όμως, ήταν πραγματικότητα.
Ήταν η στιγμή που το Ιράν, με την ηγεσία του Σάχη και την εικόνα γυναικών όπως η Σοράγια, προσπάθησε να γίνει Δύση, χρησιμοποιώντας πετρέλαιο, φιλοδοξία και ξένη υποστήριξη. Το πείραμα κατέρρευσε γρήγορα, δείχνοντας πόσο εύθραυστη είναι μια ολοκληρωτική μεταρρύθμιση όταν αυτή αγνοεί τις βαθιές πολιτισμικές ρίζες.
Η κοσμοπολίτικη Τεχεράνη δεν ήταν ουτοπία. Ήταν ένας υβριδικός κόσμος – φωτεινός, αντιφατικός, γεμάτος ελπίδες και σκιές – που γεννήθηκε από ιστορικές συγκυρίες και χάθηκε μέσα σε λίγους μήνες του 1979, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που ακόμα συζητείται.
Και η Σοράγια, με την τραγική της ιστορία αγάπης, θυσίας και κοσμοπολίτικης λάμψης – από την Τεχεράνη μέχρι τη Μύκονο – παραμένει το πιο συγκινητικό σύμβολο εκείνης της χαμένης εποχής...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου