O Άγιος και Μέγας Κων/νος και η μητέρα του, Αγία Ελένη, έδωσαν την απαιτούμενη ώθηση στον Χριστιανισμό και γι' αυτό συκοφαντήθηκαν τόσο πολύ, όσο κανείς στην Ελληνική Ιστορία!
γράφει ο Πύρινος Λόγιος
Είναι ονόματα που δεν είναι απλά ηχώ παλαιών βαπτισμάτων, αλλά σύμβολα μιας χιλιετηρίδας που έλαμψε με την ακτινοβολία της αληθινής πίστης και της αυτοκρατορικής μεγαλοσύνης. Όσοι τα φέρουν σήμερα, είτε στις μακρινές ακτές της Αυστραλίας είτε στα χώματα της μητέρας Ελλάδος, ας σηκώσουν ψηλά το κεφάλι τους: Είναι κληρονόμοι μιας κληρονομιάς που δεν την σκιάζει κανένα ψέμα των παγανιστών ούτε καμία δυτική συκοφαντία. Αυτό το κείμενο, είναι το δεύτερο που γράφω για τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον ιδρυτή της Ρωμανίας, τον Αυτοκράτορα, τον Άγιο και Ισαπόστολο, που μίσησαν οι Δυτικοί με το πάθος του φθόνου και της προκατάληψης, γιατί είδε στον Χριστιανισμό την αληθινή δύναμη που θα ανανέωνε τον κόσμο.
Ας ξεδιπλώσουμε μαζί την κρυφή πραγματικότητα πίσω από την επίσημη αφήγηση, με τη φλόγα της αλήθειας να φωτίζει κάθε γραμμή.
Το ιστορικό του βίου του Μεγάλου Κωνσταντίνου
Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος (Imperator Caesar Flavius Valerius Constantinus Augustus) γεννήθηκε γύρω στο 280 μ.Χ. στη Ναϊσσό της Άνω Μοισίας, στη σημερινή Νις της Σερβίας, γιος του Κωνσταντίου του Χλωρού και της Ελένης Ελένης. Τα νεανικά του χρόνια πέρασαν ως όμηρος στην αυλή του Διοκλητιανού και του Γαλερίου, όπου έμαθε από πρώτο χέρι τις μηχανορραφίες της τετραρχίας και τη σκληρότητα των διωγμών εναντίον των χριστιανών.
Εκεί, μέσα στην πολυτέλεια και την καχυποψία των ειδωλολατρών αυτοκρατόρων, άρχισε να διαμορφώνεται η ψυχή ενός ηγέτη που θα άλλαζε τον ρούν της Ιστορίας. Ο πατέρας του, ως Καίσαρ της Δύσεως, του μετέδωσε την αγάπη για την πειθαρχία και τον στρατό, ενώ η μητέρα του, η Ελένη, η σεμνή και βαθιά πιστή στον Χριστό γυναίκα από το Δρέπανο της Βιθυνίας, του έδωσε τα πρώτα σπέρματα της χριστιανικής ευσέβειας.
Η παρουσία της δεν ήταν απλώς μητρική. Ήταν η ζώσα μαρτυρία μιας πίστης που δεν λύγισε ούτε μπροστά στις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Το 306 μ.Χ., μετά τον θάνατο του πατέρα του στην Υόρκη της Βρετανίας, ο στρατός ανεκήρυξε τον Κωνσταντίνο Αύγουστο του Δύτικού κομματιού της Αυτοκρατορίας.
Δεν ήταν κληρονομικό δικαίωμα – η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν γνώριζε τέτοιους θεσμούς – αλλά αναγνώριση της αξίας του από τους στρατιώτες και τη Σύγκλητο. Άρχιζε έτσι ένας αγώνας επιβίωσης και ενότητας σε έναν κόσμο που σπαρασσόταν από τους ανταγωνισμούς των τεσσάρων ηγεμόνων της τετραρχίας.
Ο Κωνσταντίνος, γενναίος πολεμιστής με ηρωικό φρόνημα, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του έναν προς έναν, πάντα με σύνεση και στρατηγική μεγαλοφυΐα. Παντρεύτηκε πρώτα την Μινερβίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, ενώ αργότερα, για πολιτικούς λόγους, νυμφεύθηκε τη Φαύστα, κόρη του συναυτοκράτορα Βαλέριου Μαξιμιανού Ηράκλειου ή πιό απλά Μαξιμιανού. Οι γάμοι αυτοί δεν ήταν απλώς συμμαχίες. Ήταν και βήματα προς την ενότητα της Αυτοκρατορίας.
Η μεγάλη καμπή ήρθε το 312 μ.Χ. στη Μιλβία Γέφυρα, έξω από τη Ρώμη. Απέναντί του στεκόταν ο Μαξέντιος, ο κουνιάδος του, που είχε αυτοανακηρυχθεί Αύγουστος και είχε μετατρέψει την Ιταλία σε πεδίο εμφυλίου συκοφαντώντας τον Κων/νο λέγοντας στη Σύγκλητο ότι εκείνος είχε σκοτώσει τον πατέρα του.
Εκεί, κατά το απομεσήμερο της 28ης Οκτωβρίου του 313 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος είδε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού με τα λόγια «Τούτω νίκα». Ο Ευσεβίος, ο σύγχρονός του και φίλος του, περιγράφει τη θεοσημία αυτή με την αυθεντικότητα του μάρτυρα (εκτός αυτών των δύο, τον σταυρό τον είδε όλο σχεδόν το στράτευμα του Κων/νου), ενώ ο Λακτάντιος (Λεύκιος Καικίλιος Φιρμιανός Λακτάντιος), άλλος σύγχρονος ιστορικός, επιβεβαιώνει την παρουσία του Σταυρού στα όπλα και στις ασπίδες του στρατού λόγω του θαύματος εκείνου.
Η νίκη ήταν συντριπτική. Ο Μαξέντιος πνίγηκε στον Τίβερη μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του, ενώ ο Κωνσταντίνος δεν εκδικήθηκε τους ηττημένους. Όχι μόνο τους συγχώρησε, αλλά και τους ενέταξε και στις τάξεις του. Αυτή η μεγαλοψυχία δεν ήταν τυχαία. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι ένας νέος ηγέτης είχε έρθει να αλλάξει τον κόσμο.
Αμέσως μετά τη νίκη, το 313 μ.Χ., μαζί με τον συναυτοκράτορα Λικίνιο (Βαλέριος Λικινιανός Λικίνιος, αυτοκράτορας του ανατολικού κομματιού της Αυτοκρατορίας) εξέδωσε τις Αποφάσεις των Μεδιολάνων (Συνθήκη του Μιλάνου), που έθεταν τέλος στους διωγμούς και κατοχύρωναν τη θρησκευτική ελευθερία σε όλη την Αυτοκρατορία.
Ο Κωνσταντίνος δεν περιορίστηκε στα λόγια. Έχτισε χριστιανικούς ναούς μεγαλειώδεις, απάλλαξε τον χριστιανικό κλήρο από δημόσια βάρη, ενίσχυσε οικονομικά τις εκκλησίες και έδωσε στον λαό την ελευθερία να ζει την πίστη του χωρίς φόβο.
Όμως, αυτή η συμμαχία μεταξύ Κων/νου και Λικίνιου δεν κράτησε πολύ. Ξεκίνησε από τη φυσική σύγκρουση δύο φιλόδοξων ηγετών σε ένα πολιτικό σύστημα (την Τετραρχία του Διοκλητιανού) που δεν μπορούσε πλέον να χωρέσει δύο ισχυρούς άνδρες. Μετά την εξόντωση των άλλων διεκδικητών της εξουσίας (Μαξέντιος, Μαξιμίνος Δάιας), ο Κωνσταντίνος (στη Δύση με πρωτεύουσα τη Ρώμη) και ο Λικίνιος (στην Ανατολή με πρωτεύουσα τη Νικομήδεια) έμειναν οι μοναδικοί κυρίαρχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η τελική ρήξη ήρθε μέσα από μια σειρά συγκεκριμένων γεγονότων:
1) Η Συνωμοσία του Βασσιανού (314-315 μ.Χ.): Η πρώτη σοβαρή αφορμή δόθηκε όταν ο Κωνσταντίνος πρότεινε να γίνει Καίσαρας ο γαμπρός του, ο Βασσιανός, διοικώντας τα σύνορα μεταξύ των δύο επικρατειών. Ο Λικίνιος, μέσω του αδελφού του Βασσιανού, Σενεκίωνα, έπεισε τον Βασσιανό να συνωμοτήσει για να δολοφονήσει τον Κωνσταντίνο. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε κι ο Βασσιανός δικάστηκε και εκτελέστηκε για προδοσία με εντολή του ίδιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου το 316 μ.Χ.
2) Η Άρνηση Παράδοσης του Σενεκίωνα: Όταν ο Κωνσταντίνος ζήτησε την παράδοση του Σενεκίωνα, ο Λικίνιος αρνήθηκε και κατέστρεψε τα αγάλματα του Κωνσταντίνου στα σύνορα (στο Σίρμιο), πράξη που ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου.
3) Οι Θρησκευτικές Διαφορές: Ενώ υπέγραψαν μαζί το Διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λικίνιος άρχισε αργότερα να υποψιάζεται ότι οι Χριστιανοί της δικής του επικράτειας (στην Ανατολή) ήταν πιστοί στον Κωνσταντίνο. Έτσι, ξεκίνησε εκ νέου περιορισμένους διωγμούς εναντίον τους, δίνοντας στον Κωνσταντίνο το τέλειο ηθικό πρόσχημα να παρουσιαστεί ως «προστάτης των Χριστιανών».
Τις διαφορές τους τις έλυσαν με τη μάχη της Χρυσούπολης στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου στις 18 Σεπτεμβρίου του 324 ενώ προηγουμένως ο Λικίνιος είχε ήδη υποστεί βαριές ήττες στην Αδριανούπολη αλλά και στη ναυμαχία του Ελλησπόντου (από τον γιο του Κωνσταντίνου, τον Κρίσπο). Υποχώρησε στη Χαλκηδόνα και συγκέντρωσε τις τελευταίες του δυνάμεις, περίπου 50.000–60.000 άνδρες και περίμενε τον Κων/νο στη Χρυσούπολη για την τελική ανάμετρηση. Εδώ, αξίζει να αναφέρω και τον ρόλο που έπαιξε η αδελφή του Κων/νου, η Φλαβία Ιουλία Κωνσταντία, η οποία ήταν σύζυγος του Λικίνιου (ο Κων/νος ήθελε τον Λικίνιο μαζί του και γι' αυτό τον πάντρεψε με την αδελφή του, αλλά ο Λικίνιος ήθελε μόνος του την αυτοκρατορία).
Ο Λικίνιος μετά τη καταστροφή που υπέστη στη Μάχη της Χρυσούπολης (αναφέρω ότι το στράτευμα του Κων/νου εξακολουθούσε να φέρει τα χριστιανικά λάβαρα και τον Σταυρό και οι ασπίδες των ανδρών του είχαν το μονόγραμμα του Χριστού, ενώ αντίστοιχα το στράτευμα του Λικίνιου είχε τα παλιά, παγανιστικά λάβαρα) βρέθηκε αποκλεισμένος στη Νικομήδεια χωρίς καμία ελπίδα στρατιωτικής σωτηρίας. Σε αυτό το σημείο παρενέβη η σύζυγός του, Φλαβία Ιουλία Κωνσταντία, η οποία λειτούργησε ως ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των δύο αντιπάλων. Επισκέφθηκε το στρατόπεδο του αδελφού της του Κωνσταντίνου, για να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσης. Χρησιμοποιώντας τη συγγένειά τους, ικέτευσε τον Κωνσταντίνο να χαρίσει τη ζωή στον σύζυγό της και στον μικρό τους γιο (τον Λικινιανό). Ο Κωνσταντίνος, πιεζόμενος από τις παρακλήσεις της αδελφής του, ορκίστηκε επίσημα ότι θα άφηνε τον Λικίνιο να ζήσει, με αντάλλαγμα την πλήρη παραίτησή του από τον θρόνο. Η Κωνσταντία επέστρεψε στον Λικίνιο και τον έπεισε να παραδοθεί. Πράγματι, λίγες μέρες αργότερα, ο Λικίνιος εμφανίστηκε ενώπιον του Κωνσταντίνου, έβγαλε την πορφύρα και τον προσκύνησε ως μονοκράτορα.
Αρχικά, ο Λικίνιος στάλθηκε να ζήσει ως απλός πολίτης στη Θεσσαλονίκη, υπό αυστηρή όμως επιτήρηση. Όμως, δεν μπορούσε να χωνέψει ότι νικήθηκε και άρχισε να έχει δοσοληψίες με τους Γότθους, με σκοπό να τους στρατολογήσει τάζοντας τους εδάφη της αυτοκρατορίας και να επιτεθεί ξανά στον Κων/νο. Το νέο το μετέφερε ο γιός του Κων/νου, ο Κρίσπος και παρά την πίκρα που ένιωσε όταν το έμαθε, πήρε την απόφαση να τελειώνει μια για πάντα με τον Λικίνιο και τις φιλοδοξίες του. Κι έτσι, έδωσε εντολή να εκτελεστεί ο Λικίνιος με στραγγαλισμό, βάζοντας οριστικό τέλος στη μακρόσυρτη αυτή διαμάχη.
Τις λεπτομέρειες αυτές τις αντλούμε από τα γραπτά κείμενα του Ευσέβιου (Βίος Κωνσταντίνου) και του Λακτάντιου (Περί των Θανάτων των Διωκτών - De Mortibus Persecutorum), ενώ ο Ζώσιμος ως παγανιστής, τα περιγράφει εντελώς διαφορετικά, χωρίς να κατονομάζει τις πηγές του. Μόνο και μόνο από καθαρό εκδικητικό σκοπό προς το πρόσωπο του Κων/νου. Η επικράτηση του Κωνσταντίνου επί του Λικίνιου ήταν ο καταλύτης για τη σύγκληση της Συνόδου της Νίκαιας. Χωρίς αυτή τη νίκη, η Σύνοδος όπως τη γνωρίζουμε δεν θα είχε πραγματοποιηθεί ποτέ.
Έτσι λοιπόν, το 325 μ.Χ. συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, για να λυθούν επιτέλους όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την νέα θρησκεία. Οι λόγοι που τον ανάγκασαν να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, ήταν τρείς και μάλιστα πάρα πολύ σημαντικοί για την μετέπειτα πορεία του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας:
Πολιτική σταθερότητα και συνάμα θρησκευτική: Ο Κωνσταντίνος είχε μόλις ενώσει την αυτοκρατορία πολιτικά και στρατιωτικά. Όταν όμως ανέλαβε τον έλεγχο της Ανατολής, διαπίστωσε ότι η Εκκλησία εκεί ήταν βαθιά διχασμένη λόγω της Αρειανής έριδας (της θεολογικής διαμάχης για τη φύση του Χριστού) και για τον αυτοκράτορα αλλά και για τους υπηκόους, ο θρησκευτικός διχασμός αποτελούσε απειλή για την πολιτική σταθερότητα του κράτους του.
Δυνατή Εξουσία: Ως ο απόλυτος κυρίαρχος πλέον Ανατολής και Δύσης, ο Κωνσταντίνος είχε τη δύναμη και τους πόρους να συγκαλέσει μια παγκόσμια (οικουμενική) σύναξη. Αν ο Λικίνιος κυβερνούσε ακόμα την Ανατολή (όπου βρισκόταν ο πυρήνας της διαμάχης), ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να παρέμβει.
Η Επιλογή της Νίκαιας: Η Σύνοδος ορίστηκε να γίνει στη Νίκαια της Βιθυνίας (πολύ κοντά στη Νικομήδεια, την πρώην πρωτεύουσα του Λικίνιου). Η τοποθεσία επιλέχθηκε επειδή ήταν εύκολα προσβάσιμη για τους επισκόπους της Ανατολής, αλλά και επειδή ο Κωνσταντίνος μπορούσε να μεταβεί εύκολα εκεί από τη νέα του έδρα για να προεδρεύσει ο ίδιος, επιδεικνύοντας την ισχύ του. Η Νέα Ρώμη που έχτιζε παράλληλα πάνω στα ερείπια της πόλης Βυζάντιο, της παλιάς αποικίας των Μεγαρέων, δεν ήταν ακόμη σε θέση να φιλοξενήσει τέτοιου είδους συγκεντρώσεις οπότε η επιλογή της Νίκαιας και ο Ναός της Αγίας Σοφίας ήταν οι κατάλληλοι τόποι.
Τέλος, ο θάνατός του το 337 μ.Χ. στο Δρέπανο της Βιθυνίας, βαπτισμένος πλέον Χριστιανός από τον Ευσεβίο Νικομηδείας, σφράγισε μια ζωή που δεν ήταν απλώς αυτοκρατορική. Ήταν αποστολική. Ο ίδιος ο Θεός χάραζε τη πορεία του και Εκείνος τον φώτιζε στο τι έπρεπε να κάνει για να εδραιωθεί πλέον και να διαδοθεί ο Λόγος Του σε όλη την τότε γνωστή Οικουμένη.
Οι μάχες που έδωσε και τις κέρδισε όλες, είχαν την απόλυτη ευλογία του Κυρίου κι αυτό το βλέπουμε καθ' όλη τη διάρκεια των αγώνων του. Αν δεν υπήρχε ο Κων/νος, δεν θα υπήρχε σήμερα Χριστιανισμός. Οι διωγμοί των Χριστιανών θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν, οι έριδες μεταξύ των επίδοξων αυτοκρατόρων θα συνεχιζόταν και σε λίγο καιρό, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα είχε διαλυθεί. Οι γερμανικές φυλές θα ορμούσαν ακάθεκτες, ο ρωμαϊκός στρατός θα ήταν διαλυμένος και σε μερικά χρόνια το τεράστιο αυτό κράτος θα είχε εξαφανιστεί. Χάρη σ' εκείνον, όχι μόνο επέζησε αυτό το κράτος, όχι μόνο επέζησε το ελληνικό γένος μαζί του αλλά και μεγαλούργησε με τη πρωτεύουσα, την Κωνσταντίνου Πόλη, θαμπώνοντας την Οικουμένη με τον πλούτο της Ορθοδοξίας αλλά και της δύναμης που αυτή απέπνεε χάρη στην προστασία του ίδιου του Θεού.
Δίκαια λοιπόν, απολύτως ΔΙΚΑΙΑ, ονομάστηκε Άγιος και Ισαπόστολος. Διότι αποτέλεσε το "Χερι του Θεού", το εργαλείο Του, όπως ο Απόστολος Παύλος. Το ελληνικό Γένος, χρωστάει την ύπαρξη του σε αυτόν και δίκαια τον τιμά κάθε 21η Μαΐου, αυτόν και την ευσεβή μητέρα του.
Οι συκοφαντίες και τα ψέδη εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου – Ποιοι τα διέδωσαν και πώς διαστρεβλώθηκε η αλήθεια
Δεν ήταν αρκετό για τους εχθρούς του Μ. Κωνσταντίνου να δουν την αυτοκρατορία του να μετατρέπεται σε φάρο χριστιανικής ελευθερίας και ενότητας. Έπρεπε να τον σπιλώσουν, να τον παρουσιάσουν ως δολοφόνο, καιροσκόπο και αίτιο της παρακμής, ώστε να σβήσουν από τη μνήμη των ανθρώπων το φως που άναψε.
Και το όργανο αυτής της συκοφαντικής εκστρατείας δεν ήταν άλλο από τον Ζώσιμο, τον φανατικό ειδωλολάτρη ιστορικό του 5ου αιώνα, που έγραψε ενάμιση αιώνα μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου.
Ο Ζώσιμος, με το έργο του «Ιστορία Νέα», δεν περιορίστηκε σε μια ψύχραιμη καταγραφή γεγονότων. Έγινε λιβελογράφος, ηθικολόγος και όργανο των παγανιστών που δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ένας αυτοκράτορας εγκατέλειψε τα πατροπαράδοτα είδωλα και αγκάλιασε τον Χριστιανισμό.
Αποδίδει στον Κωνσταντίνο όλες τις συμφορές της αυτοκρατορίας, Εμφυλίους και αψιμαχίες και ψήγματα παρακμής, λες και η εποχή του δεν ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης εδαφικής επέκτασης, της ενότητας και της αίγλης.
Η επιστήμη της Ιστορίας σήμερα, με κριτική ματιά, χαρακτηρίζει τον Ζώσιμο ως ...μη αξιόπιστο. Συναισθηματικός, προκατειλημμένος και το κυριότερο, χωρίς διασταύρωση πηγών. Κι όμως, τα ψέδη του επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα από νεοπαγανιστές και νεοειδωλολάτρες που βρίσκουν σε αυτά μια εύκολη δικαίωση του μίσους τους.
Δεν σταματά όμως εδώ η αλυσίδα της διαστρέβλωσης. Από τον 18ο αιώνα και μετά, οι διαφωτιστές της Δύσης, με προεξάρχοντες τον Βολταίρο και τον Γίββωνα, υιοθέτησαν και διεύρυναν αυτά τα ψέδη.
Ο μεν Γίββων, στο κλασικό του έργο «Η παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», παρουσιάζει τον Κωνσταντίνο ως τον κύριο υπαίτιο της δήθεν «κατρακύλας» του ρωμαϊκού πολιτισμού, λες και ο Χριστιανισμός ήταν η αιτία της παρακμής και όχι η νέα πνοή που έδωσε ζωή σε έναν κόσμο που έσβηνε.
Ο δε Βολταίρος, με το χαρακτηριστικό του σαρκασμό, απορρίπτει συλλήβδην την Ανατολική Ρωμαϊκη Αυτοκρατορία ονομάζοντας την "Βυζάντιο" και τον Κων/νο ως τον μοιραίο αυτοκρατόρα, θεωρώντας τον Χριστιανισμό «ασέβεια» και την παλιά ειδωλολατρία ως την «πάτρια θρησκεία».
Αυτές οι ιδεολογικές ερμηνείες, που αγνοούν τις πρωτογενείς πηγές του Ευσεβίου και του Λακτάντιου, μετατράπηκαν σε δόγμα για πολλούς δυτικοευρωπαίους ιστορικούς. Και, δυστυχώς, κάποιοι από τους δικούς μας «διαφωτιστές» του 19ου αιώνα, ακόμα και ο Παπαρηγόπουλος σε ορισμένα σημεία, επηρεάστηκαν από αυτή την ατμόσφαιρα, παρότι ο ίδιος ο Παπαρηγόπουλος βασίστηκε κυρίως στις πηγές και όχι σε αυθαίρετους στοχασμούς.
Οι κατηγορίες που επαναλαμβάνονται είναι γνωστές και ψεύτικες: Δολοφονία αντιπάλων, εξόντωση συγγενών, καιροσκοπισμός και άλλα τέτοια δραματικά. Ο Ζώσιμος και οι οπαδοί του μιλούν για τη δολοφονία του Μαξιμιανού, του Βασσιανού, του Κρίσπου και της Φαύστας. Όμως οι σύγχρονες πηγές, ο Ευσεβίος και ο Λακτάντιος, παρουσιάζουν μια τελείως διαφορετική εικόνα. Ο Μαξιμιανός οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου ενώ είχε βρει καταφύγιο στην αυλή του, ο Κωνσταντίνος τον συγχώρησε μια φορά, αλλά όταν η συνωμοσία επαναλήφθηκε, η δικαιοσύνη της αυτοκρατορίας –όχι η προσωπική εκδίκηση– έδρασε.
Ο Βασσιανός συνωμότησε εναντίον του ανώτατου άρχοντα ως όργανο του Λικίνιου και εκτελέστηκε σύμφωνα με τους νόμους του κράτους.
Ακόμα και η τραγική υπόθεση του Κρίσπου και της Φαύστας, που ο Ζώσιμος παρουσιάζει ως ψυχρό φόνο, παραμένει θολή και χωρίς αδιάψευστες αποδείξεις. Ο Κωνσταντίνος, ως Pontifex Maximus και ανώτατος δικαστής, έπρεπε να εφαρμόσει το δίκαιο, όχι να το παραβεί. Οι παγανιστές, που δεν άντεχαν την επιτυχία του Χριστιανισμού, μετέτρεψαν αυτές τις τραγικές οικογενειακές στιγμές σε όπλο συκοφαντίας.
Και οι Δυτικοί Φράγκοι; Αυτοί κι αν πήγαν την Ιστορία παραπέρα. Δεν αρκέστηκαν στη συκοφαντία, αλλά προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα κακέκτυπο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομάζοντας το κράτος τους ως «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» με ιδρυτή τον Καρλομάγνο, για να υποβαθμίσουν τη Ρωμανία και τον Κωνσταντίνο. Τον αποκαλούσαν «αποστάτη» και «δολοφόνο», ενώ αργότερα προσπάθησαν ακόμα και να αγιοποιήσουν τον Καρλομάγνο, ώστε να πικάρουν και να υπονομεύσουν την αίγλη του ιδρυτή της Νέας Ρώμης. Ήταν πάντα η κλασική μέθοδος της Δύσης. Όταν δεν μπορείς να νικήσεις την αλήθεια, δημιουργείς ένα ψεύτικο αντίγραφο για να την σκιάσεις.
Η προσφορά της Αγίας Ελένης και τα μεγάλα έργα της
Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για τον Μέγα Κωνσταντίνο χωρίς να σκύψει με ευλάβεια μπροστά στη μορφή της μητέρας του, της Αγίας Ελένης, αυτής της σεμνής γυναίκας από το Δρέπανο της Βιθυνίας που έγινε η ίδια φάρος πίστης και ηρωικής αφοσίωσης.
Η Ελένη δεν ήταν απλώς η μητέρα ενός αυτοκράτορα.Ήταν η ζώσα μαρτυρία μιας πίστης που δεν λύγισε ποτέ. Ούτε στα χρόνια των διωγμών και της ταπεινότητας αλλά ούτε και στα χρόνια της μεγαλειότητας.
Από τα πρώτα νεανικά χρόνια του γιου της, η παρουσία της στάθηκε σαν ήπιο αλλά ακατανίκητο φως που τον καθοδηγούσε προς την αλήθεια του Χριστού. Και όταν ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο, η Ελένη δεν έμεινε στη σκιά της αυλής. Έγινε η ίδια η ενσάρκωση της νέας εποχής, ταξιδεύοντας με απαράμιλλη τόλμη και πίστη ως τα Ιεροσόλυμα, εκεί όπου η χριστιανική μνήμη είχε σχεδόν σβήσει κάτω από τα ερείπια των ειδωλολατρικών ναών.
Η μεγάλη της προσφορά κορυφώθηκε με την ανακάλυψη του Τιμίου Σταυρού. Στα Ιεροσόλυμα, με την ευλογία και την οικονομική ενίσχυση του γιου της, η Αγία Ελένη διέταξε ανασκαφές στον λόφο του Γολγοθά. Εκεί, κάτω από τα ερείπια ενός ειδωλολατρικού ναού που είχε χτίσει ο Αδριανός, βρέθηκαν τα τρία ξύλα του Σταυρού.
Με θαυματουργό τρόπο, όπως μαρτυρούν οι σύγχρονες πηγές, διακρίθηκε το αληθινό ξύλο του Σωτήρος. Το άγγιξε μια άρρωστη γυναίκα και θεραπεύτηκε αμέσως!
Η Ελένη δεν κράτησε για τον εαυτό της αυτό το ιερό εύρημα. Διέταξε να χτιστούν μεγαλειώδεις ναοί για να στεγάσουν την ιερή μνήμη: Τον Ναό της Αναστάσεως στον Γολγοθά, τον Ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, τον Ναό της Αναλήψεως στο Όρος των Ελαιών.
Μέρος του Τιμίου Σταυρού το μετέφερε η ίδια στη σκήτη του Σταυροβουνίου στην Κύπρο, ενώ άλλα τμήματα σκορπίστηκαν ως ιερά λείψανα σε ναούς και μοναστήρια που ίδρυσε η ίδια ή ο γιος της. Τα έργα αυτά δεν ήταν απλώς οικοδομικά, ήταν η ζώσα διακήρυξη ότι η χριστιανική πίστη είχε πλέον εδραιωθεί στον τόπο της γέννησης και του Πάθους του Κυρίου.
Πέρα όμως από τα μεγάλα αυτά οικοδομήματα, η Αγία Ελένη στάθηκε δίπλα στον Κωνσταντίνο με τρόπο βαθύ και ουσιαστικό. Όταν η Φαύστα και ο Μαξιμιανός οργάνωσαν τη δεύτερη συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα, η Ελένη, που είχε επιστρέψει από τη Ρώμη, αποκάλυψε την αλήθεια στον γιο της και τον προστάτευσε με τη σοφία και την πίστη της.
Αγάπησε τον Κρίσπο σαν δικό της παιδί, γιατί της θύμιζε τον Κωνσταντίνο στα νεανικά του χρόνια. Και όταν η τραγική υπόθεση της οικογενειακής δοκιμασίας έφτασε στο τέλος της, η Ελένη παρέμεινε στη στήριξη του γιου της, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι η πίστη και η αφοσίωση στη δικαιοσύνη υπερβαίνουν ακόμα και τα δεσμά του αίματος. Το Δρέπανο της Βιθυνίας, ο τόπος καταγωγής της, ονομάστηκε από τον Κωνσταντίνο Ελενούπολη, ως φόρος τιμής στη μητέρα που του έδωσε όχι μόνο τη ζωή αλλά και την πνευματική πυξίδα.
Η προσφορά της Αγίας Ελένης δεν περιορίζεται σε ναούς και λείψανα. Είναι η ίδια η εικόνα της χριστιανικής μητέρας που, μέσα από την ταπείνωση και την αδιάλειπτη προσευχή, διαμόρφωσε έναν αυτοκράτορα ισαπόστολο. Σήμερα, που γιορτάζουμε μαζί τη μνήμη τους, η Ελένη στέκεται δίπλα στον Κωνσταντίνο ως η αθόρυβη αλλά απαραίτητη συνδημιουργός της Ρωμανίας. Χωρίς την πίστη της, χωρίς το ταξίδι της στα Ιεροσόλυμα, χωρίς την τόλμη της να αναζητήσει τον Σταυρό ανάμεσα στα ερείπια, η χριστιανική Αυτοκρατορία θα είχε στερηθεί ένα από τα πιο λαμπρά της σύμβολα.
Η Αγία Ελένη δεν ζήτησε δόξα. Ζήτησε μόνο να υπηρετήσει την αλήθεια. Και η υπηρεσία αυτή έγινε αιώνια κληρονομιά για όλο το ελληνικό έθνος και για κάθε χριστιανό που ψάχνει την κρυφή πραγματικότητα πίσω από την επίσημη αφήγηση.
Η αντιμετώπιση από τον Κωνσταντίνο των αιρέσεων και δη του Αρείου
Δεν ήταν αρκετό για τον Κωνσταντίνο να δώσει ελευθερία μέσω της ανεξιθρησκείας στην Εκκλησία με τα Διατάγματα των Μεδιολάνων και να χτίσει ναούς μεγαλειώδεις. Έπρεπε να προστατεύσει και την ίδια την αλήθεια της πίστης από τις αιρέσεις που, σαν δηλητηριώδη φίδια, απειλούσαν να διασπάσουν το σώμα του Χριστού.
Ο Αυτοκράτορας, με την οξυδέρκεια του πολιτικού και την ευλάβεια του πιστού, κατάλαβε ότι η ενότητα της Αυτοκρατορίας περνούσε μέσα από την ενότητα της Εκκλησίας, όπως έγραψα παραπάνω. Και η μεγαλύτερη απειλή εκείνη την εποχή ήταν ο Αρειανισμός, η αίρεση που γεννήθηκε από τον Αρειο, έναν πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, ο οποίος δίδασκε ότι ο Υιός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα αλλά κτίσμα, ένας «θεός κατώτερος» που δημιουργήθηκε από το τίποτα. Αυτή η διδασκαλία δεν ήταν απλώς θεολογικό λάθος. Ήταν η βαθιά απειλή για τη σωτηρία των ψυχών και για την ίδια την ουσία του Χριστιανισμού.
Ο Κωνσταντίνος δεν έμεινε αμέτοχος. Όταν η έριδα ξέσπασε με σφοδρότητα στην Αλεξάνδρεια και εξαπλώθηκε σε όλη την Ανατολή, ο Αυτοκράτορας είδε τον κίνδυνο να διαλύει την Εκκλησία από μέσα. Δεν προσπάθησε να επιβάλει τη λύση με αυτοκρατορική διαταγή, όπως θα έκαναν οι προκάτοχοί του.
Αντίθετα, με σοφία και ταπεινοφροσύνη, συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, προσκαλώντας όλους τους επισκόπους της Αυτοκρατορίας. Η Σύνοδος αυτή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από τη φωνή της Εκκλησίας που, υπό την προστασία του Κωνσταντίνου, διατύπωσε με σαφήνεια το Σύμβολο της Πίστεως.
Εκεί, μπροστά στον Αυτοκράτορα που παρευρίσκετο όχι ως δικτάτορας αλλά ως υπηρέτης της αλήθειας, οι Πατέρες καταδίκασαν τον Αρειανισμό και ομολόγησαν ότι ο Υιός είναι «ομοούσιος τω Πατρί», αιώνιος, άκτιστος, ίσος και ομοούσιος με τον Πατέρα.
Το Σύμβολο της Νίκαιας έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος της Ορθοδοξίας, και ο Κωνσταντίνος το σφράγισε με την αυτοκρατορική του σφραγίδα, όχι για να το επιβάλει, αλλά για να το προστατεύσει από τις μελλοντικές επιθέσεις.
Η αντιμετώπιση του Αρείου από τον Κωνσταντίνο ήταν εξίσου αποφασιστική και ταυτόχρονα γεμάτη μεγαλοψυχία. Ο Αρειος, που είχε εξοριστεί αρχικά, κλήθηκε αργότερα να απολογηθεί ενώπιον του Αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος δεν τον τιμώρησε αλλά του έδωσε την ευκαιρία να μετανοήσει. Όταν όμως ο Αρειος επέμεινε στην αίρεσή του, ο Αυτοκράτορας δεν δίστασε να τον απομακρύνει από την Εκκλησία, διατηρώντας όμως την ενότητα του σώματος των πιστών.
Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος αντιμετώπισε και άλλες αιρέσεις της εποχής του – τον Μοντανισμό, τον Νοβατιανισμό, τον Δονατισμό – με την ίδια αρχή: Συνοδική επίλυση, όχι βία.
Δεν επέβαλε δόγματα με σπαθί παρά προσκάλεσε τους επισκόπους να διατυπώσουν την αλήθεια μέσα από την κανονική συνείδηση της Εκκλησίας και στήριξε τις αποφάσεις τους με την αυτοκρατορική του εξουσία. Έτσι, η Εκκλησία, για πρώτη φορά μετά τους διωγμούς, μπόρεσε να αναπνεύσει ελεύθερα και να καθαρίσει τον εαυτό της από τις εσωτερικές απειλές.
Η στάση του Κωνσταντίνου απέναντι στις αιρέσεις δεν ήταν απλώς διοικητική. Ήταν η πράξη ενός Ισαποστόλου που καταλάβαινε ότι η κρυφή πραγματικότητα της πίστης έπρεπε να μείνει αλώβητη. Δεν φοβήθηκε να παρέμβει, γιατί ήξερε ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς ανθρώπινος θεσμός, αλλά σώμα του Χριστού. Και με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, με το Σύμβολο της Πίστεως, με την προστασία που παρείχε στους επισκόπους, ο Κωνσταντίνος έδωσε στην Εκκλησία το όπλο που θα την κρατούσε όρθια για αιώνες. Οι αιρετικοί μπορεί να συνέχισαν να δρουν στα σκοτάδια, αλλά η φλόγα της Ορθοδοξίας είχε ανάψει για πάντα, χάρη στην τόλμη και τη σοφία ενός Αυτοκράτορα που δεν δίστασε να θέσει την εξουσία του στην υπηρεσία της αλήθειας.
Επίλογος: Η επικείμενη ανάσταση της Ρωμιοσύνης
Και τώρα, μετά από αυτή την πορεία μέσα από τα φωτεινά και τα σκοτεινά μονοπάτια της Ιστορίας, στεκόμαστε μπροστά στο πρόσωπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης σαν μπροστά σε δύο αιώνιους φάρους που δεν σβήνουν.
Ο Αυτοκράτορας που μετέφερε την πρωτεύουσα από τη γηρασμένη και άκρως πλέον διεφθαρμένη Ρώμη, στη Νέα Ρώμη, που έδωσε στην Εκκλησία ελευθερία και ενότητα, που προστάτευσε την Ορθοδοξία από τις αιρέσεις και έστειλε το φως του Σταυρού σε όλη την οικουμένη, δεν ήταν απλώς ένας ηγεμόνας. Ήταν ο ιδρυτής της Ρωμανίας, ο Ισαπόστολος που ένωσε το ελληνικό πνεύμα με το χριστιανικό μήνυμα και έδωσε στο ελληνικό έθνος μια αυτοκρατορία που θα άντεχε χίλια χρόνια ως φάρος πολιτισμού, πίστης και ελευθερίας.
Χάρη σε αυτόν και στη μητέρα του, η Ρωμιοσύνη γεννήθηκε όχι ως παρηκμασμένη συνέχεια της παλιάς Ρώμης, αλλά ως νέα, ζώσα πραγματικότητα, όπου το ελληνικό αίμα, η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη πίστη έγιναν η ψυχή ενός κόσμου που δεν λύγισε ποτέ μπροστά στους βαρβάρους.
Σήμερα που γιορτάζουμε τη μνήμη τους, η Ρωμιοσύνη δεν είναι παρελθόν. Είναι ζώσα υπόσχεση. Είναι το αίμα που ρέει στις φλέβες κάθε Έλληνα, κάθε Ρωμιού, είτε στη μητέρα Ελλάδα είτε στις μακρινές ακτές της Αυστραλίας όπου ζει ο γράφων. Είναι η φωνή που ψάλλει «Τούτω νίκα» μέσα στις καρδιές μας, είναι η πίστη που δεν λύγισε ποτέ, είναι η κληρονομιά που μας καλεί να ξυπνήσουμε.
Η επικείμενη ανάσταση της Ρωμιοσύνης δεν είναι όνειρο. Είναι ιστορική αναποφευκτότητα.
Όταν το ελληνικό έθνος, με την ίδια τόλμη που έδειξε ο Κωνσταντίνος, ξαναβρεί την ενότητά του, την πίστη του και την αυτοσυνειδησία του, τότε η Νέα Ρώμη θα λάμψει και πάλι, όχι ως ανάμνηση αλλά ως ζώσα πραγματικότητα. Τότε οι συκοφαντίες θα σωπάσουν για πάντα, οι ψεύτικες αυτοκρατορίες θα γίνουν σκόνη, και η Ρωμιοσύνη θα αναστηθεί, πιο δυνατή, πιο φωτεινή, πιο ελληνική από ποτέ.
Όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το κείμενο, φέρετε τα ονόματα Κωνσταντίνος και Ελένη, σηκώστε ψηλά το κεφάλι. Είστε οι κληρονόμοι αυτής της μεγαλοσύνης. Και εμείς, όλοι εμείς που ψάχνουμε την κρυφή πραγματικότητα πίσω από την επίσημη αφήγηση, ας κρατήσουμε άσβεστη τη φλόγα.
Γιατί η Ρωμιοσύνη δεν πεθαίνει.
Απλώς περιμένει την ώρα της ανάστασης...
Βασικές Πηγές και Βιβλιογραφία
Ευσέβιος Καισαρείας, Βίος Κωνσταντίνου (Vita Constantini) – η κύρια και πιο αξιόπιστη σύγχρονη μαρτυρία, γραμμένη από φίλο και σύγχρονο του Αυτοκράτορα.
Ευσέβιος Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία – περιγράφει τη θεοσημία, τη νίκη στη Μιλβία Γέφυρα και τις πρώτες ενέργειες υπέρ του Χριστιανισμού.
Λακτάντιος, Περί του θανάτου των διωκτών (De mortibus persecutorum) – σύγχρονος ιστορικός, φίλος του Κρίσπου, δίνει ανεξάρτητη μαρτυρία για τη θεοσημία και το Διάταγμα των Μεδιολάνων.
Σωκράτης ο Σχολαστικός και Σωζομενός, Εκκλησιαστικές Ιστορίες – 5ος αιώνας, συμπληρώνουν και επιβεβαιώνουν τις προηγούμενες πηγές για τη Σύνοδο της Νίκαιας και την αντιμετώπιση των αιρέσεων.
5. Βλάσιος Ιω. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Δεύτερη Έκδοση, Αθήναι 1994 (κυρίως σελ. 314-329 για τη μεταστροφή και τη θρησκευτική πολιτική, σελ. 377-469 για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και τον Αρειανισμό, και σελ. 319-356 για τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας).
6. Ζώσιμος, Ιστορία Νέα (Nova Historia) – η κύρια πηγή των συκοφαντιών (5ος αιώνας, ειδωλολάτρης, μεταγενέστερος και προκατειλημμένος).
7. Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους – ο κλασικός Έλληνας ιστορικός που βασίζεται κυρίως στις πρωτογενείς πηγές.
Οι Πράξεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (325).
Επιστολές του ίδιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου (σώζονται σε Ευσέβιο και άλλους).
Γρηγόριος ο Θεολόγος (έπη) – για τη θεώρηση της Νέας Ρώμης ως συνδέσμου Ανατολής-Δύσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου