Όταν ο ελληνικός νους άγγιξε το φως του Θεού και η φιλοσοφία βρήκε την ολοκλήρωσή της στην "Αποκάλυψη". Από τα σκοτεινά κοιλώματα της ανθρώπινης αναζήτησης έως το άπλετο φως της Αλήθειας! Εκεί όπου η ελληνική σκέψη συναντά τον Χριστό και γεννιέται η Ρωμιοσύνη!
Το κείμενο αυτό γράφτηκε ύστερα από μια ανθρώπινη, ειλικρινή και καλοπροαίρετη κατάθεση ψυχής μιας εξαιρετικής κοπέλας που μίλησε σε επίπεδο ακαδημαϊκού στοχασμού και καταχειροκτορήθηκε.
Έναν στοχασμό που επιχειρούσε να συνδέσει την επικούρεια φιλοσοφία με την Ορθοδοξία, αναζητώντας έναν κοινό τόπο ανάμεσα στην ανάγκη για ψυχική γαλήνη και στην πίστη που διαμορφώνει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.
Η αφορμή ήταν η συζήτηση γύρω από τον Επίκουρο, όπως συχνά προβάλλεται στη δημόσια σφαίρα σήμερα, όχι ως αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας, αλλά ως υποκατάστατο πνευματικής αλήθειας για ανθρώπους που πληγώθηκαν από στρεβλές μορφές θρησκευτικότητας.
Μέσα από αυτόν τον διάλογο γεννήθηκε η ανάγκη να ξεκαθαριστούν τα επίπεδα: Τι είναι φιλοσοφία και τι είναι Αποκάλυψη, τι είναι ψυχολογική μέθοδος και τι είναι θεολογικό γεγονός, τι μπορεί να προσφέρει ο Επίκουρος και τι μόνο ο Χριστός. Δεν γράφτηκε για να αποδομήσει, αλλά για να φωτίσει.
Δεν γράφτηκε για να υποτιμήσει τον ελληνικό στοχασμό, αλλά για να τον επαναφέρει στη θέση που ιστορικά του ανήκει. Ως προστάδιο δηλαδή, μιας μεγάλης πορείας που ολοκληρώθηκε μέσα στο Φως της Ορθοδοξίας.
Η αιτία, λοιπόν, δεν ήταν η φιλοσοφική φιλονικία, αλλά η ανάγκη για διάκριση. Η ανάγκη να ειπωθεί με καθαρότητα ότι η Ορθοδοξία δεν είναι μια ακόμη σοφία του κόσμου, αλλά η ίδια η Αλήθεια που έρχεται να στερεώσει, να ξεκαθαρίσει και να ολοκληρώσει ό,τι καλό συνέλαβε ο ανθρώπινος νους.
Το κείμενο αυτό ζητά να τοποθετήσει με αγάπη, με τιμή και με ακρίβεια τον Επίκουρο, αλλά και να αναδείξει το αξεπέραστο ύψος της χριστιανικής Αποκάλυψης, εκεί όπου η φιλοσοφία παύει να αναζητά και αρχίζει η θέωση.
Επικούρεια φιλοσοφία και Ορθοδοξία
Υπάρχουν κείμενα που γράφονται από ανάγκη προσωπικού αναστοχασμού και υπάρχουν άλλα που διεκδικούν θέση σε έναν δημόσιο διάλογο.
Η σύγχρονη συζήτηση γύρω από τον Επίκουρο επιστρέφει συχνά με την ίδια παρεξήγηση. Την προσπάθεια δηλαδή στο να αντιπαραβληθεί η επικούρεια φιλοσοφία με τον Χριστιανισμό, λες και πρόκειται για δύο παράλληλα συστήματα, ανταγωνιστικά, ικανά να προσφέρουν ο καθένας τη δική του «εκδοχή της αλήθειας». Είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη πλάνη.
Ο Χριστιανισμός, και μιλώ για την Ορθοδοξία στην αυθεντική της παράδοση, δεν είναι κοσμική φιλοσοφία, δεν είναι προϊόν ανθρώπινης νοητικής σύλληψης ούτε μια πρόταση ψυχολογικής αυτοβελτίωσης. Είναι γεγονός αποκαλυπτικό, εμπειρία Θεού, θεία Πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης και πρόσκληση σε θέωση.
Γι’ αυτό και η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα φιλοσοφικό σύστημα, όπως δεν συγκρίνεται το φως με εκείνον που προσπαθεί να το περιγράψει. Το ένα είναι ζωή. Το άλλο είναι στοχασμός περί της ζωής.
Η επικούρεια διδασκαλία, από την άλλη, έχει τη δική της αξία. Ο Επίκουρος δεν ήταν ούτε κυνικός υλιστής ούτε φορέας κάποιας επιπόλαιης «απόλαυσης».
Το περίφημο «λάθε βίωσας», η ιεράρχηση των επιθυμιών, η πραγμάτευση του άγχους και του φόβου, το τετραφάρμακον, όλα αυτά συνιστούν ένα μικρό αλλά τίμιο σύστημα ψυχικής παιδαγωγίας. Ο φιλόσοφος πάσχισε να δείξει στον άνθρωπο ότι μπορεί να ζει με περισσότερη γαλήνη, με λιτότητα, με καθαρότερο νου. Στον αρχαίο κόσμο αυτό ήταν πράγματι θεραπευτικό.
Όμως εδώ ακριβώς αρχίζει το λάθος όσων πιστεύουν ότι μπορούν να βάλουν στην ίδια ζυγαριά τον Χριστό και την επικούρεια μέθοδο.
Ο Επίκουρος καθαρίζει μεν το εσωτερικό δωμάτιο της ψυχής, αλλά ο Χριστός το φωτίζει. Ο Επίκουρος προτείνει αποφόρτιση, αλλά ο Χριστός προσφέρει σωτηρία.
Η φιλοσοφία με τη σειρά της, προσφέρει πειθαρχία επιθυμιών. Η Ορθοδοξία όμως προσφέρει την άκτιστη Χάρη.
Δεν πρόκειται για σύγκριση. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς ορίζοντες ύπαρξης.
Συχνά η σύγχυση προκύπτει από τραύματα θρησκευτικής αγωγής. Άνθρωποι που γνώρισαν μια καρικατούρα Ορθοδοξίας –ηθικιστική, απειλητική, τιμωρητική– στρέφονται στην επικούρεια σκέψη ως «απελευθέρωση», όχι από τον Χριστό, αλλά από μια ανθρώπινη παραμόρφωση.
Ο φόβος που περιγράφουν δεν είναι ο φόβος του Θεού, αλλά ο φόβος της εξουσίας ανθρώπων που χρησιμοποίησαν τον Θεό ως πρόσχημα.
Η Ορθοδοξία ποτέ δεν μίλησε για τέτοιο φόβο. Ο φόβος του Θεού, στη γλώσσα των Πατέρων, είναι δέος, κατάνυξη, επίγνωση της απέραντης αγάπης Του. Η επικούρεια κριτική για τους «φοβερούς θεούς» στρέφεται προς τους ειδωλολατρικούς ανθρωπόμορφους θεούς, όχι προς τον Θεό της Ορθοδοξίας.
Το άλλο ζήτημα είναι ο θάνατος. Ο Επίκουρος τον δηλώνει ανύπαρκτο ως εμπειρία και ζητά από τον άνθρωπο να μη φοβάται ανύπαρκτες μεταθανάτιες τιμωρίες. Καθαρά ψυχολογικός στόχος.
Στον Χριστιανισμό, όμως, ο θάνατος δεν «εξαφανίζεται». Καταλύεται. Συντρίβεται από την Ανάσταση.
Ο Επίκουρος λέει: «Όταν υπάρχω εγώ, δεν υπάρχει ο θάνατος». Ο Χριστός λέει: «Ο θάνατος πατήθηκε, νικήθηκε».
Ο ένας ηρεμεί το άγχος. Ο άλλος ανασταίνει την ύπαρξη.
Αν κάποιος διδάξει σε νέους μόνο την επικούρεια θέση, κινδυνεύει να τους δώσει μια ορθολογική παρηγοριά, χρήσιμη μεν, αλλά ατελή.
Αν τους διδάξει μόνο την παραμορφωμένη θρησκευτική απειλή, τους καταστρέφει. Αν όμως τους δείξει την Ορθοδοξία όπως είναι –θεραπευτική, φωτεινή, γεμάτη έλεος– τότε το επικούρειο μέτρο μπορεί να λειτουργήσει ως προπαιδεία, όχι ως υποκατάστατο.
Η φιλοσοφία μπορεί να διδάξει καθαρότητα επιθυμιών. Η Ορθοδοξία διδάσκει κάθαρση καρδιάς.
Η φιλοσοφία μπορεί να δείξει τρόπους ψυχικής ανάτασης. Η Ορθοδοξία δείχνει τον δρόμο της θέωσης.
Η φιλοσοφία εν τέλει και μ' άλλα λόγια, μπορεί να ανακουφίζει. Η Ορθοδοξία όμως μπορεί να μεταμορφώνει και το κάνει.
Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι τιμωρητική απέναντι στον Επίκουρο. Αντιθέτως, αναγνωρίζει το έργο του στη θέση που πραγματικά του ανήκει: ένα εργαλείο ψυχικής γαλήνης σε έναν κόσμο γεμάτο ταραχή.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορεί να σταθεί ως «εναλλακτική» απέναντι στην Αλήθεια που δεν γεννήθηκε από ανθρώπινο στοχασμό αλλά αποκαλύφθηκε στην ιστορία.
Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται να συγκριθεί για να λάμψει. Είναι το Φως. Ο Επίκουρος, σεβαστός και χρήσιμος ως δάσκαλος του μέτρου, μπορεί να δείξει στον άνθρωπο πώς να τακτοποιήσει το δωμάτιο της ψυχής του. Αλλά μόνο ο Χριστός μπορεί να το γεμίσει με φως.
Πώς η ελληνική φιλοσοφική διάνοια ενώνεται με την Ορθοδοξία
Και όμως, πριν φτάσουμε στη σύγκριση που συχνά παραμορφώνει και τα δύο μέρη, αξίζει να σταθούμε για λίγο στη βαθύτερη συνέχεια που ενώνει τον αρχαίο ελληνικό στοχασμό με το φως της Ορθοδοξίας. Γιατί η Αλήθεια που ήρθε στον κόσμο δεν περπάτησε επάνω σε έρημη γη. Βρήκε έτοιμο χώμα, καλλιεργημένο από τα μεγάλα πνεύματα της Ελλάδας, που σαν πρόδρομοι —άθελά τους, αλλά προφητικά— άνοιξαν τον δρόμο για να στερεωθεί ο λόγος του Θεού.
Ο Σωκράτης δίδαξε ότι «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός», καλώντας τον άνθρωπο να στραφεί προς τα ενδότερα, να αναζητήσει την αλήθεια όχι στον θόρυβο της πόλης, αλλά στην ψυχή του. Η Ορθοδοξία δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ολοκληρώσει αυτό το κάλεσμα, διδάσκοντας όχι απλώς την αυτογνωσία, αλλά τη γνώση του Θεού μέσα από την καθαρή καρδιά.
Ο Πλάτων, βλέποντας στον κόσμο τα είδωλα των αληθινών όντων, μίλησε για την Ανάμνηση, για την επιστροφή της ψυχής στο φως. Μέσα στην ομίχλη της φιλοσοφίας του, η Ορθοδοξία αναγνώρισε ένα ίχνος της αλήθειας που επρόκειτο να αποκαλυφθεί. Όχι ως θεωρία, αλλά ως γεγονός. Ο Χριστός δεν προσφέρει ιδέες, προσφέρει την ίδια την έλλαμψη της παρουσίας Του.
Ο Αριστοτέλης θεμελίωσε τον λόγο και την τάξη του κόσμου, είδε τον Θεό ως Πρώτο Κινούν, αόρατη αρχή και σκοπό. Η Ορθοδοξία πήρε αυτή τη νηφαλιότητα και της έδωσε πρόσωπο: ο Θεός δεν είναι απρόσωπη αρχή, αλλά Πατέρας. Δεν κινεί απλώς τον κόσμο. Τον αγαπά.
Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης διάβασαν τους Έλληνες Φιλοσόφους με μάτια καθαρά, κρατώντας την ουσία και άφησαν τα περιττά.
Διότι ο Χριστιανισμός δεν απέρριψε τον ελληνικό λόγο. Τον εξάγνισε. Τον ανέβασε από το επίπεδο της αναζήτησης στο επίπεδο της θεώσεως.
Εκεί όπου η φιλοσοφία μαντεύει, η Αποκάλυψη βεβαιώνει. Εκεί όπου ο Πλάτων είδε σκιές, η Εκκλησία είδε Φως. Εκεί όπου ο Αριστοτέλης μίλησε για τάξη, η πίστη μίλησε για Πρόνοια.
Και ο Επίκουρος; Ακόμη κι εκείνος, που πολέμησε τους ψεύτικους θεούς, άγγιξε άθελά του ένα σπέρμα αλήθειας: Ότι το Θείον δεν απειλεί. Δεν εκβιάζει. Δεν τιμωρεί κατά τα ανθρώπινα μέτρα. Μόνο που η δική του εξαγνισμένη αντίληψη για το θείο έμεινε στο όριο του ανθρώπινου λογισμού, ενώ η Ορθοδοξία ξεπέρασε αυτό το όριο με την άκτιστη Χάρη. Εκεί που η φιλοσοφία καθαρίζει την ψυχή από το ψεύτικο, η Εκκλησία την γεμίζει με το αληθινό.
Η συνάντηση ελληνικού στοχασμού και Χριστιανικής Αποκαλύψεως δεν είναι σύγκρουση. Είναι γέννηση. Είναι η μεγάλη σύνθεση που έκανε την Ορθοδοξία όχι απλώς πίστη ενός λαού, αλλά κοσμοθεώρηση ολόκληρης ανθρωπότητας.
Και πάνω σε αυτό το θεμέλιο μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Επίκουρος μπορεί να συνομιλεί με την ψυχή του ανθρώπου, αλλά όχι να αντικαθιστά τον Χριστό. Γιατί η φιλοσοφία δείχνει τον δρόμο της ηρεμίας, ενώ ο Χριστός ανοίγει τον δρόμο της Ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου